Το σύμπλεγμα του ώμου είναι μία από τις πιο σύνθετες αρθρώσεις του σώματος, καθώς αποτελείται από διάφορα οστά (κλείδα, ωμοπλάτη, βραχιόνιο και στέρνο) που σχηματίζουν διαφορετικές αρθρώσεις (στερνοκλειδική, ακρωμιοκλειδική, γληνοβραχιόνια, ωμοπλατοθωρακική). Το βραχιόνιο οστό συνδέεται με την ωμογλήνη της ωμοπλάτης σχηματίζοντας τη γληνοβραχιόνια άρθρωση, και από πάνω βρίσκεται η ακρωμιοκλειδική άρθρωση, η οποία σχηματίζεται από το ακρώμιο της ωμοπλάτης και την κλείδα. Το σύνδρομο πρόσκρουσης ώμου είναι μία κατάσταση κατά την οποία προκαλείται πόνος λόγω “σύγκρουσης” μεταξύ του βραχιονίου και του ακρωμίου, κατά την οποία διάφορες δομές που βρίσκονται στον υπακρωμιακό χώρο (τένοντας του υπερακανθίου και ορογόνος θύλακος) υφίστανται συμπίεση. Η ανάπτυξη αυτής της κατάστασης είναι πολυπαραγοντική, ωστόσο υπάρχουν κάποιοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η συγκεκριμένη ανατομική διαμόρφωση του ακρωμίου (π.χ. γάντζος ή κυρτότητα), η κακή βιομηχανική του ώμου και η έκθεση σε εκτεταμένες δραστηριότητες πάνω από το επίπεδο του ώμου. Οι ασθενείς με αυτήν την πάθηση αναφέρουν συνήθως πόνο εντοπισμένο στην υπακρωμιακή περιοχή που μπορεί να ακτινοβολεί σε άλλες δομές, επιδεινώνεται με κινήσεις πάνω από το ύψος του ώμου ή με εσωτερική στροφή, αδυναμία, αίσθηση “κλικ” και περιορισμένη λειτουργία του ώμου.